Η Ελένη Σαραντίτη γεννήθηκε στη Νεάπολη Λακωνίας (τις
αρχαίες Βοιές), όπου και έμεινε μέχρι τα 17 της χρόνια. Η Νεάπολη, ένας τόπος
εκπληκτικής ομορφιάς με πλούσια πολιτιστική παράδοση, μύθους και παραμύθια,
έθρεψε τη φαντασία και έδωσε τις πρώτες καθοριστικές εμπειρίες ζωής στη
συγγραφέα για το μελλοντικό της έργο. Ένα βήμα πριν το ακρότατο σημείο του
ανατολικού ποδιού της Πελοποννήσου, το ακρωτήριο Ταίναρο ή Μαλιάς, η κωμόπολη
της Νεάπολης υπήρξε από τους αρχαίους χρόνους ένα σημείο συνάντησης διαφορετικών
πολιτισμών μέσω της ναυσιπλοΐας αλλά και εκτεθειμένη σε ακραία καιρικά
φαινόμενα κυρίως λόγω των δυνατών ανέμων που πνέουν στην περιοχή και αλλάζουν
σε μία στιγμή τις καιρικές συνθήκες.
Από τα 17 της ζει στην Αθήνα. Μαθαίνει Βιβλιοθηκονομία στην Εθνική Βιβλιοθήκη κοντά
στον Ευάγγελο Φωτιάδη και αγγλικά στο κολέγιο Saint Godrigs (Λονδίνου).
Εργάζεται στο δημόσιο (ΟΑΕΔ) όπου έζησε από κοντά τα προβλήματα των ανέργων,
των μεταναστών, των εποχικών εργατών, καθώς και των Ελλήνων εργατών στις χώρες
της Ευρώπης, θέματα τα οποία αργότερα θα την απασχολήσουν έντονα και στα βιβλία
της. Παράλληλα τυπώνεται το πρώτο της βιβλίο, μία συλλογή διηγημάτων ενώ
αρχίζουν να δημοσιεύονται κείμενά της σε εφημερίδες όπως "Τα Νέα", η
"Ελευθεροτυπία", "Το Βήμα", "Ριζοσπάστης",
"Καθημερινή" κ.ά.. ακόμη
υπήρξε για πάνω από είκοσι πέντε χρόνια συνεργάτις της εφημερίδας
«Ελευθεροτυπία» στη σελίδα του βιβλίου.
Το πρώτο της παιδικό βιβλίο στην αρχή της δεκαετίας του ’80.
Έκτοτε γράφει μία σειρά ολιγάριθμων αλλά ποιοτικών και δημοφιλών βιβλίων για
παιδιά και εφήβους, αρκετά από τα οποία μεταφέρονται και στην κρατική τηλεόραση
(«Αχ, οι φίλοι μου…», «Ο κήπος με τ’ αγάλματα», «Ιόλη ή τη νύχτα που ξεχείλισε
το ποτάμι»). Συχνά στα βιβλία αυτά πρωταγωνιστεί ο γενέθλιος τόπος της συγγραφέως,
η Νεάπολη Λακωνίας, με τους ανθρώπους, το τοπίο, τα ήθη και τα έθιμά της.
Θίγονται σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα και η αναμέτρηση των ανθρώπων με τη
σύγχρονή τους πραγματικότητα. Σημασία δεν έχει τόσο η αίσθηση της νίκης ή της
ήττας όσο η αίσθηση της προσπάθειας και ο αγώνας για τη συνέχεια.
Το πρώτο χρονολογικά παιδικό βιβλίο της Ελένης
Σαραντίτη είναι «Ο κήπος με τ’ αγάλματα».
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στα Βάτικα της Λακωνίας. Μέσα από την παρέα μερικών
παιδιών, η συγγραφέας κατορθώνει να ζωντανέψει την ομορφιά της παιδικής
ηλικίας, την παλιά εικόνα της μικρής ελληνικής πολιτείας σε συνδυασμό με τη
δράση και τη γνώση. Τα μικρά παιδιά έχουν ως χώρο της περιπέτειάς τους τα
αρχαία μνημεία του τόπου τους. Έτσι συμφιλιώνονται με την προγονική ομορφιά κι αγωνίζονται
να μην αποχωριστούν αυτά τα «άνθη της πέτρας» -όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης- που
βγήκαν μέσα από τη γη. Αλληγορικό, συναρπαστικό το βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη,
μαθαίνει στα παιδιά ν' αγαπούν την προγονική κληρονομιά χωρίς, όμως, τη διδαχή
και το διδασκαλισμό. Το βιβλίο έλαβε πολύ θετικές κριτικές και αγαπήθηκε από τα παιδιά. Η Βίτω
Αγγελοπούλου έγραψε στην «Καθημερινή»: «Αληθινή έκπληξη το βιβλίο της Ελένης
Σαραντίτη Ο κήπος με τ' αγάλματα. Όταν το πάρεις στα χέρια σου, δε θέλεις να το
αφήσεις. Σε βάζει αμέσως στην ατμόσφαιρά του και νομίζεις ότι έχεις απέναντι
σου ένα μικρό κορίτσι, λογάδικο, που σου διηγιέται ένα κομμάτι από τη ζωή του.
Μια ζωή όμορφη, χαρούμενη, γεμάτη από τη δροσιά της παιδικής ψυχής [...]». Το
βιβλίο μεταφέρθηκε στην μικρή οθόνη από την κρατική τηλεόραση και ο Νίκος
Χασαπόπουλος έγραψε για την τηλεοπτική του μεταφορά στα «Νέα»: «Αν δεν υπήρχαν
οι προβολείς και οι κάμερες, θα νόμιζε κανείς ότι τα παιδιά έπαιζαν ήσυχα στην
αυλή του σπιτιού τους. Κι αυτό κάνει το σκηνοθέτη να λέει: "Η συμπεριφορά
τους είναι εκπληκτική. Αντιδρούν καλύτερα κι από τους επαγγελματίες
ηθοποιούς"».
Λίγο αργότερα κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Αχ, αυτοί οι φίλοι
μου…» που μεταφέρθηκε επίσης στην τηλεόραση από το δεύτερο κρατικό κανάλι.
Πραγματεύεται την ιστορία μίας παρέας παιδικών φίλων από διαφορετικές
κοινωνικές τάξεις που μένουν ενωμένοι ενάντια στις αντιξοότητες και τις
αντιρρήσεις των οικογενειών τους. Το
βιβλίο διακρίθηκε εξίσου για την ποιότητα της γραφής του και την σκιαγράφηση
των ηρώων . Η Αθηνά Παπαδάκη έγραψε στην
«Αυγή»: «…Ένας τίτλος με καημό. Κι από κάτω ξεκινά μια ιστορία που η εκφραστική
της πληρότητα του δίνει τη δυνατότητα να μιλήσεις πια για τη διαμόρφωση ενός
προσωπικού στυλ, που διαπερνά όλα τα βιβλία της Ελένης Σαραντίτη.».
Το 1981 εκδίδεται το βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη με τίτλο
«Ιόλη ή τη νύχτα που ξεχείλισε το ποτάμι». Εδώ η συγγραφέας μας ταξιδεύει ξανά
στον τόπο καταγωγής της όπου παρακολουθούμε τη φιλία δύο έφηβων κοριτσιών και
των κατοίκων της περιοχής που αλληλοβοηθιούνται. Όπως αναφέρει και η περίληψη του βιβλίου: «Δεν
είναι μόνο η αφήγηση μιας ωραίας φιλίας ανάμεσα σε δυο κορίτσια που ζουν την
εφηβεία τους σε μια μικρή πόλη της Λακωνίας, αλλά ταυτόχρονα η ιστορία της ζωής
των κατοίκων του τόπου αυτού, τα όνειρα, οι χαρές, οι στενοχώριες, οι αγωνίες
τους. Ο νέος άντρας που δεν το χωράει ο τόπος και μπαρκάρει σ' ένα γκαζάδικο, ο
γιατρός του χωριού που γίνεται ένα με τους κατοίκους και δε ζητάει αμοιβή για
το μόχθο του, ο οικογενειάρχης που πάει φυλακή για το χρέος του στην Αγροτική.
Κι άλλα πολλά απλά και καθημερινά με τις περιπέτειες των παιδιών, τα παιχνίδια
και τα διαβάσματα στο πλαίσιο της ελληνικής επαρχίας και, πάνω απ'όλα, ένα δίδαγμα
αλληλεγγύης και ελπίδας». Το βιβλίο μεταφέρθηκε στην μικρή οθόνη και πάλι από
την κρατική τηλεόραση στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η εφημερίδα
«Ελευθεροτυπία» αναφέρει για το βιβλίο: «[...] Μιλάει για φιλαλληλία, για
ζεστασιά συντροφική, για συμμετοχή στον πόνο και στη χαρά του άλλου. Κι ακόμη
όσα έχει να πει τα λέει με τρυφερότητα και χιούμορ χωρίς διδακτισμό, με γλώσσα
απλή και καθαρή και πλούσια σε παλμούς». Η Μ. Παπαδοπούλου σημειώνει επίσης στα
«Νέα»: «Η Ελένη Σαραντίτη επεδίωξε και το κατάφερε να δώσει ένα μαγευτικό
βιβλίο [...] Είναι ένα σπουδαίο αφήγημα, εξαιρετικά καλογραμμένο, που όχι μόνο
δείχνει τη στέρεη πεζογραφική ικανότητα και ωριμότητα της συγγραφέως, αλλά μας
προσφέρει και την απόλαυση μιας γλώσσας πλημμυρισμένης από ποίηση σαν άλλη τολμηρή
πράξη αντίστασης στη γενική στεγνή πεζολογία των δεκάδων, είτε για παιδιά είτε
για ενηλίκους, βιβλίων που μας κατακλύζουν καθημερινά».
(συνεχίζεται)





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου