Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΑΝΝΑ ΓΚΕΡΤΣΟΥ-ΣΑΡΡΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ






Η Άννα Γκέρτσου-Σαρρή γεννήθηκε το 1936 στην Κωνσταντινούπολη. Το 1938 μετακόμισε με την οικογένειά της στην Αθήνα. Σπούδασε στο Εμπορικό Τμήμα του Αμερικανικού Κολλεγίου και μετά εργάστηκε ως γραμματέας και καθηγήτρια αγγλικών. Στην λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1972 σε διαγωνισμό των εκδόσεων Κάλβος που βραβεύτηκε. Ασχολήθηκε με μεταφράσεις και έγραψε βιβλία για παιδιά και για μεγάλους.
Η σύγχρονη ζωή, η ιστορία και η μυθολογία είναι τα βασικά θέματα που την απασχολούν στα βιβλία της. Κείμενά της έχουν συμπεριληφθεί σε αναγνωστικά του δημοτικού, σε αναγνωστικά για τα παιδιά της ελληνικής κοινότητας στην Αυστραλία και στη Γερμανία καθώς και σε εφημερίδες και περιοδικά.
Τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο ΙΠΕΚΤΣΙ για το βιβλίο της Το λέγαν Ξάστερο, με το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού Βιβλίου το 1992 για το βιβλίο της Το Κόκκινο της Ανατολής και το 2006 για το βιβλίο της Η άλλη φωνή, και με το βραβείο «Μιχαήλας Αβέρωφ» της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών το 1984 για το βιβλίο της Σπίτι δίχως αυλή.
Έργα της: Απ' το Ένα ως το Δέκα (1980), Σπίτι δίχως αυλή (1982), Το λέγαν Ξάστερο (1986), Το κόκκινο της Ανατολής (1991), Μ' ενάντιους ανέμους (1996), Δροσουλίτες (2000), Η άλλη φωνή (2005), Σχετικά με την Υπατία… (2010). Στη σειρά «Μουσικοί στην Αρχαία Ελλάδα» του Κέδρου εξέδωσε τα: Απόλλων - Μαρσύας (1996), Ερμής - Αμφίων (1996), Ορφέας (1996), Αρίων (1996), Πίνδαρος (2000), Σαπφώ (2000).
Θα παρουσιάσουμε κάποια πιο αναλυτικά.


«Το κόκκινο της Ανατολής» μάς μεταφέρει στη ζωή στη Θεσσαλία στις αρχές του 18ου αιώνα. Σκαρφαλωμένη στις πλαγιές του Κίσαβου, μια μικρή πολιτεία μεγαλουργεί στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ξένοι περιηγητές την επισκέπτονται για να γνωρίσουν από κοντά το "Μικρό Παρίσι", όπως την αποκαλούν. Είναι τα Αμπελάκια.
Όμως τι γυρεύει εδώ ο μεσιέ Λεκλέρ; Είναι "συλλέκτης" αρχαιοτήτων ή μελετητής χειρογράφων; Ο Χρόνης, ο μικρός βοηθός του πανδοχείου, παρακολουθεί τις κινήσεις του από σύμπτωση στην αρχή, από περιέργεια μετά: Έτσι οδηγείται στον πραγματικό στόχο του Γάλλου, να μάθει το μυστικό του κόκκινου της Ανατολής.
Ποιος θα το προδώσει;
Ο νεαρός Ίβος που επιστρέφει από την Ευρώπη γιατί αναστατώνει τους πρόκριτους και τους συντοπίτες του; Γιατί τα οράματά του σκοντάφτουν στην αντίδρασή τους;
Θα ζήσουμε κοντά τους για λίγο, άνοιξη του 1798.


Στην «Άλλη φωνή» μια 17χρονη κοπέλα ετοιμάζεται για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Θα ακούσει τη φωνή της καρδιάς της ή του καθήκοντος; Για τη Μαρίνα η Γ' Λυκείου δεν είναι μόνο η χρονιά που θα κρίνει το μέλλον της. Είναι και μια χρονιά ανησυχιών και διλημμάτων. Γύρω της, αυτοί που συνθέτουν τον ιστό της προσωπικής της ιστορίας: ο πατέρας - πιεσμένος επαγγελματικά -, η μητέρα - πάντα παρεμβατική -, ο χαϊδεμένος μικρός αδερφός κι ο θείος που λύνει όλα τα προβλήματα. Και ο φοιτητής. Η Μαρίνα τον ερωτεύεται, αλλά υποψιάζεται κάποια μυστική σχέση με τη συμμαθήτριά της την Υβόννη. Μέσα από αντιζηλίες και καχυποψίες, η αλήθεια αποκαλύπτεται και αναδεικνύεται η δύναμη της προσφοράς και της φιλίας. Πάνω απ' όλα, αυτή τη χρονιά πρέπει να κάνει την επιλογή της: νομική, με την Έτοιμη επαγγελματική λύση, ή η Σχολή που ονειρεύεται; Η Μαρίνα θα αφουγκραστεί την «άλλη» φωνή, τη φωνή του εσωτερικού της κόσμου, που τη μεταμορφώνει από ευαίσθητη έφηβη σε έναν ώριμο άνθρωπο. Για τη Μαρίνα αυτή είναι η χρονιά της ενηλικίωσης.


Στο «Αηδόνι της Λέσβου» η συγγραφέας μας δίνει μια μυθιστορηματική βιογραφία της αρχαίας λυρικής ποιήτριας Σαπφώς. Ποιό ήταν το «Αηδόνι της Λέσβου»; Κανένας δεν φανταζόταν ότι το μικρό κορίτσι που ξεκινούσε ορφανό από την Ερεσσό για να ζήσει κοντά στους θετούς γονείς της στη Μυτιλήνη έμελλε να γίνει η μεγαλύτερη ποιήτρια και μουσικός της αρχαιότητας. Η Σαπφώ έζησε σε μια ταραγμένη εποχή. Η Μυτιλήνη δοκιμαζόταν από έντονες πολιτικές διαμάχες που, δύο φορές, ανάγκασαν τη Σαπφώ να πάρει το δρόμο της εξορίας. Ανεξάρτητα από τις πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές, το ταλέντο της Σαπφούς άνθιζε. Κι αυτό κυρίως γιατί είχε την τύχη να μεγαλώσει σε μια κοινωνία που άφηνε ελεύθερη την προσωπικότητα της γυναίκας, σε αντίθεση με άλλες κοινωνίες της εποχής της. Τα τραγούδια της Σαπφούς αγαπήθηκαν σ' ολόκληρη την Ελλάδα, από τα ασιατικά παράλια μέχρι τη Σικελία. Όπως έχει συμβεί με όλους τους μουσικούς της αρχαιότητας, ούτε και της Σαπφούς οι μελωδίες σώθηκαν. Έμειναν όμως μερικά ποιήματά της που δικαιώνουν τη φήμη της και τον αδιαφιλονίκητο τίτλο της «Δέκατης Μούσας».
Συνεχίζεται…

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Η ΣΠΟΡΑ ΤΗΣ ΠΙΠΙΝΑΣ ΤΣΙΜΙΚΑΛΗ




Σ’ εκείνο λοιπόν το ήσυχο λιμανάκι χτύπησαν οι πρώτες φουσκοθαλασσιές κι έφτασε γρήγορα η τρικυμία πέρα από τα βαθιά και ατέλειωτα πελάγη, που τα φούσκωνε τώρα από το βυθό, τα τράνταζε και τα μάνιαζε η καταιγίδα.
Κι η κυρα-Λένη σα μια βαρκούλα ετοιμόρροπη, χωρίς κουπιά και τιμόνι παράδερνε και τα κύματα την έσπρωχναν μια στη στεριά και μια κατά μέσα στο πέλαγο. Πήγαιναν κι ερχόντουσαν τα κύματα και το λιμάνι ήτανε κοντά μα δεν την άφηναν να φτάσει. Αχ, την ήσυχη την κυρα-Λένη, τη γριούλα με τις ζαρωματιές, που έφερνε σκυφτή και γελαστή το φρέσκο κλαδί στις γίδες κι έκανε το Σάββατο το φούρνο να μοσκοβολά το φρέσκο ψωμί. Που την αγαπά όλο το χωριό και τη συμβουλεύονται οι νέοι κι οι γέροι καμιά φορά.
Ήτανε όμως και πονηρή η κυρα-Λένη κι άλλα έλεγε πολλές φορές κι άλλα έβαζε με το νου της. «Να παντρέψω την κόρη μου», είχε πει – πάνε χρόνια – «κι ας πεθάνω». Μα σαν να την πάντρεψε, δεν έκανε λόγο για θάνατο, σαν να μην είχε πει η ίδια αυτή την κουβέντα. Σαν πάντρεψε το γιο της άρχισε πάλι. «Να ιδώ αγγόνι πρώτα κι ας με πάρει ο Χάρος». Γεννήθη ο Τάσος του γιου της κι ο Πέτρος της κόρης της κι η κυρα-Λένη δεν ξαναμελέτησε πια το Χάρο. Κι όταν αργότερα άλλοι ξενιτεύτηκαν κι άλλοι πέθαναν, πήρε τα παιδιά στο σπιτάκι της και τ’ ανάστησε και τα μεγάλωσε. Κι έγιναν παλικάρια και χούφτωναν την αξίνα άξια και γερά και το ζευγάρι τους ήταν το πρώτο μέσα στο χωριό, που τ’ ανάστησαν κι αυτό και το μεγάλωσαν με αγάπη και τους κουβαλούσαν το άχυρο και τα κλαδιά και τους διόρθωναν τα βούρλα στη σκεπή να μη στάζει το νερό και τα ’βγαζαν στη βοσκή και στον ήλιο και το χόρευαν, το Μαυρομάτη και τον Τρυγόνη που τα ’χαν πάρει στο πανηγύρι από μικρά και τ’ αγκάλιαζαν σφιχτά στο λαιμό και τα φιλούσαν στο πλατύ τους μέτωπο πάνω από τα μάτια.
Όταν ξέσπασε ο σίφουνας, βρήκε τα παιδιά καθένα χωριστά και τα συνεπήρε και τα χτυπούσε εδώ κι εκεί. Τον Τάσο από τη μια μεριά και τον Πέτρο από την άλλη. Κι έμπαιναν τώρα μέσα στο χωριό πότε ο ένας, πότε ο άλλος, μ’ άλλους μαζί, αρματωμένοι και μανιασμένοι σαν τα θεριά.
Ο Πέτρος ζήταγε από τη γιαγιά να της μαρτυρήσει για τον Τάσο τα καθέκαστα και βαριά, φοβερά λόγια έβγαιναν από το οργισμένο του στόμα. Κι ο Τάσος κι αυτός τα ίδια. Έχθρα είχε κατασταλάξει στην ψυχή του καθενός και μανία για τον άλλον. Κι ο ένας ζήταγε τον άλλον στο χωριό, τον ζήταγε παντού, στα μονοπάτια και στα κλαδιά με το ντουφέκι στο χέρι και στις σπηλιές και στο δρόμο το μεγάλο που φέρνει στην πόλη, τον ζήταγε κι από την ίδια την κυρά Λένη να τον ξαπλώσει εκειδά στα πόδια της νεκρό.
Μονάχα αυτοί δε θέλανε να πούνε ποτέ τίποτα στη γιαγιά, όταν τρέμονταν, με την ψυχή στα δόντια, ξέταζε με τρόπο να μάθει τίποτα, ν’ αρπάξει καμιά λέξη, και να μπορέσει η δύστυχη να τρέξει με τα γέρικα πόδια της να προφτάσει το κακό. Όχι, ήταν μυστικά, που δεν έπρεπε να τα ξέρει κανένας. Είχανε μυστικά ο Πέτρος κι ο Τάσος της και τα κρατούσε ο καθένας για τον εαυτό του.
Το σπίτι δεν κάηκε. Είχε προστασία κι από τις δυο μεριές. Όμως τα βόδια τα πήρανε. Βόδια δεν υπήρχαν πουθενά, ούτε στο αχούρι ούτε στη βοσκή. Κι η κασέλα με το σπόρο κι εκείνη ήταν άδεια. Κι η κυρα-Λένη άχνα δεν έβγαζε από το στόμα της να μαρτυρήσει. Κάπου έπιανε βλέπεις τα δίκια. Η γριά παμπόνηρη,  που προτίμησε να δώσει τον Τρυγόνη και το Μαυρομάτη της να μπούνε ματωμένα κομμάτια στο καζάνι και δεν τα λυπήθηκε, μόνο δε μιλάει μιλιά τώρα.
Όχι, δε μίλαγε μιλιά, δεν ωφελούσε σε τίποτα. Ήτανε πολλή γριά κι έλεγε πράγματα γνωστικά και σωστά.
Έδωσε κάποτε και σταμάτησε το κακό και γύρισαν κι οι δυο στο σπίτι. Πρώτα ο ένας, μετά ο άλλος. Σπίτι όμως ήτανε αυτό ή κόλαση; Μαλώματα και φοβέρες και φωνές. Και κανένας δεν υπόμενε ν’ ακούσει τον άλλον. Όσο να πεις παιδιά ήτανε, κάπου δεκαεννιά χρονών. Μια βραδιά έβρεχε, κατακλυσμός. Τα παιδιά είχανε γυρίσει απ’ έξω, καθένα από την παρέα του και κάθονταν στη φωτιά να στεγνώσουν, αμίλητα και συλλογισμένα. Κι η κυρα-Λένη σκυφτή στο τζάκι τηγάνιζε. Σε μια στιγμή που γύριζε τις πίτες, στράφηκε και είπε δειλά:
- Δε θα σπείρουμε;
Να σπείρουνε! Καθένας το σκεπτότανε μέρες τώρα, μονάχος, κρυφά, χώρια του, κι η έννοια τού πλάκωνε την καρδιά. Τώρα που ο συννεφιασμένος ουρανός, τα μουσκεμένα κίτρινα φύλλα με την πικρή μυρωδιά, κάτω στο χώμα, οι πρώτες βροχές προστάζουν τον αγρότη να ξεσηκωθεί κι εκείνος ακούει πρόθυμα, χαρούμενα της γης τη διαταγή. Κι αυτούς του γέμιζε θλίψη κι ούτε λέξη λέγανε να ξαλαφρώσουνε.
- Πρέπει να σπείρουμε, είπε η κυρα-Λένη συλλογισμένα.
- Να σπείρουμε; Με τι; γέλασε άγρια ο Τάσος. Με το ζευγάρι που μας αφήκανε ή με το σπόρο.
- Τώρα μάλιστα, είπε θυμωτά κι ο Πέτρος, ρημάζατε το χωριό, πέτρα δεν αφήσατε στην άλλη πέτρα…
- Εμείς ρε; φώναξε ο άλλος.
- Καλά, μωρέ, πήρατε το σπόρο, τον φάγατε, τον πουλήσατε, ποιος ξέρει τι διάβολο τον κάματε, τα βόδια όμως πώς βάσταξε η ψυχή σας να τους βάλετε μαχαίρι;
- Έχεις μούτρα και μιλάς εσύ για τα βόδια;
- Εγώ;
Ήταν κι οι δυο ορθοί. Τα μάτια τους έλαμπαν αγριεμένα και το στήθος τους φούσκωνε από θυμό.
Η βροχή χτυπούσε τα κεραμίδια, τα ξύλα έτριζαν στο τζάκι και τα λόγια έβγαιναν ορμητικά από το στόμα του καθενός, κι η κυρα-Λένη δίπλα στο σκαμνί κι αυτό, δοξασμένο το όνομα του Κυρίου!
Πρωί πρωί σηκώθηκε ο Πέτρος αμίλητος. Ντύθηκε και τράβηξε κατά την πόρτα. Πού πας; τον ρώτησε η γιαγιά του.
- Έξω, της απάντησε ανόρεχτα. Ο Τάσος είχε φύγει πρωτύτερα. Δεν τον είχε ρωτήσει εκείνον η κυρα-Λένη μόνο βγήκε στην αυλή και τον κοίταξε που έστριψε το δρομάκι αριστερά. Το δρομάκι αριστερά πήρε κι ο Πέτρος. Πέρασε το ρέμα, το μονοπάτι μέσα από τις λυγιές και τις αγράμπελες που φέρνει στο χωράφι. Η βροχή είχε πάψει. Ο ήλιος έλαμπε από ψηλά κι έλουζε τον κάμπο. Και τα κλαδιά ξεπλυμένα, καταπράσινα.
Έφτασε στο χωράφι και στάθηκε. Το χώμα μουσκεμένο, άφηνε τη γλυκιά μυρωδιά και το μάτι του  Πέτρου τ’ αγκάλιασε με αγάπη. Στην άκρη του χαντακιού είδε τον Τάσο που καθόταν με την παλάμη στο μάγουλο. Προχώρησε κατά κει και στάθηκε κοντά του.
- Στη γούβα, είπε, θέλει αυλακιές, να φύγουν τα νερά, αλλιώς θα πνιγεί το στάρι.
- Κι ο φράχτης σήκωμα, έκαμε ο Τάσος.
- Και τ’ αλέτρι βαθιά, το ’πνιξε η αγριάδα.
- Ναι, είπε ο άλλος σιγά, τρία αλέτρια θέλει, κι όπως έχει δύναμη το χωράφι…
Κάπως τους άρεσε να ’ναι μαζί, να συζητάνε αυτά τα αγαπητά πράματα, που τα ’χανε ζήσει από μικρά κι είχανε μεγαλώσει μαζί τους.
- Φέτος θα ’φτανε χίλιες οκάδες καρπό κι ακόμα…
- Σωστά, δυο χρόνια χέρσο που έμεινε!

Πώς μπόρεσε να χτυπήσει έτσι η καρδιά ενός δυνατού παλικαριού που καιρό τώρα γύριζε από βουνό σε βουνό με πολυβόλο και κανόνι κι είδαν τόσα πολλά τα μάτια του, τόσο απίστευτα;
Και χτύπησε έτσι την ώρα που ξεπρόβαλε από το μονοπάτι με τις αγράμπελες η κυρα-Λένη σκυφτή και μπροστά ο Μαυρομάτης με τον Τρυγόνη καμαρωτοί με το αργό και σίγουρο περπάτημά τους.
- Α! κάνανε μονάχα κι έτρεξαν μαζί.
- Γιαγιά, ρώτησε ο Τάσος ολόχαρος, πού τα βρήκες; Μα η γριά δεν άκουσε και χαμογελούσε.
Κι ο Πέτρος τα χάιδευε δειλά σα να ντρεπόταν και τα ’ξυνε κάτω από το κέρατο, κει που τα σφίγγει το σχοινί και η παλάμη του γλίστραε στο μαλακό δέρμα και χάιδευε. Και κάποτε, εκεί που χάιδευε το βόδι, βρήκε το χέρι του Τάσου. Κι έμεινε εκεί ακίνητο πάνω στο χέρι που κι ο άλλος το ’χε σταματήσει.
Η κυρα-Λένη τους έβλεπε, κάτι ήθελε να πει, μα τ’ άφηνε γι’ αργότερα, ήθελε να τους αφήσει ακόμα εκεί, τον ένα κοντά στον άλλο. Σε κάμποση ώρα είπε:
- Το σπόρο τον έφερα το πρωί στο σπίτι. Και τότε μονάχα τρέξανε τα μάτια της.
- Μα πού τα ’χες, γιαγιά, που τα ’χες κρύψει όλον αυτό τον καιρό; ρωτούσανε ολοένα τα παιδιά. Τους χαμογελούσε χωρίς να μιλά. Είχε βλέπεις, κι η κυρα-Λένη τα μυστικά της.

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣΚΟΥΦΗΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΜΩΝΥΜΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΙΠΙΝΑΣ ΤΣΙΜΙΚΑΛΗ

 

 


Π έρυσι την παραμονή των Φώτων έγινε το κακό. Όλοι οι καλικάντζαροι που είχαν σκορπιστεί στα κεραμίδια και στις καμινάδες των σπιτιών του χωριού ήταν έτοιμοι. Με το πρώτο που θα ’βλεπαν τον παπα-Θύμιο να βγαίνει με την αγιαστούρα του, θα ’φευγαν, θα ’τρεχαν κουτρουβαλώντας μακριά στ’ ανήλιαγο και πυκνό δάσος, πίσω απ’ το ψηλό βουνό. Εκεί, κάτω από ένα γέρικο έλατο, περίμενε ανοιχτή μια μικρή τρύπα που κατέβαινε, με κάτι μικρούτσικα σκαλοπάτια, βαθιά μέσα στην κατοικία τους.
Ήταν ένα σπήλαιο μικρούτσικο κι αυτό, μα όμορφο και γεμάτο από λαμπερά γυαλιά και πετράδια, κόκκινα, πράσινα, κίτρινα, άσπρα και γαλάζια, που λαμποκοπούσαν σα να βρίσκονταν έξω και να τα χτύπαε το φως κι ο ήλιος.
Μόλις έμπαινε κι ο τελευταίος καλικάντζαρος, η τρύπα έκλεινε μοναχή της και δεν μπορούσε πια να βγει κανένας έξω στη γη, παρά μονάχα του χρόνου τα Χριστούγεννα, που ξανάνοιγε πάλι μοναχή της.
Το ’ξεραν αυτό οι καλικάντζαροι, μα δεν τους ένοιαζε. Έτσι γινόταν από παλιά, από τότε που βρέθηκαν, και είχαν συνηθίσει. Έπειτα, δεν τους έλειπε και τίποτα μέσα στη σπηλιά. Και φαγητά είχε το κελάρι τους και νεράκι καθαρό έβγαζε ο βράχος και βιβλία είχαν που τους τα διάβαζε ο παππούς, και τη δουλειά τους. Άλλοι μαγείρευαν, άλλοι συγύριζαν τη σπηλιά, άλλοι πελεκούσαν κι έδιναν όμορφα σχήματα στα πετράδια. Ως και μουσικοί ήταν ακόμα, που έπαιζαν όργανα στις γιορτές. Χώρια πια που τα βράδια, γύρω στο μακρύ τραπέζι, έλεγε καθένας την ιστορία του, πώς τα πέρασε τις δώδεκα μέρες πάνου στη γη. Κοντολογίς, δεν περνούσανε και άσχημα.
Εκείνη τη χρονιά, η πρώτη δουλειά του Πρασινοσκούφη, του μικρού καλικάντζαρου, καθώς βγήκε πάνου στη γη, ήταν να τρέξει στα κεραμίδια του μύλου του μπαρμπα-Κώστα. Ήξερε πως ζυγώνει ο καιρός που θα ’φτιαχνε η θεία Κώσταινα τις τηγανίτες. Κι απ’ όσες τηγανίτες είχε δοκιμάσει ο Πρασινοσκούφης, αυτές του άρεσαν πιο πολύ. Έξω φαίνονταν ροδοκόκκινες και τραγανιστές, μα μόλις τις τρύπαγε το δόντι γίνονταν μαλακές, σα λουκούμι, κι έλιωναν στο στόμα.
Από τα κεραμίδια ανέβηκε στην καμινάδα και γλίστρησε σιγά σιγά πιο κάτου να ιδεί. Επιτυχία! Η θεία Κώσταινα έψηνε τηγανίτες, κι ο μπαρμπα-Κώστας με τα παιδιά καθισμένοι στο τραπέζι περίμεναν. Και σε μια στιγμή που η μυλωνού σήκωσε τα μάτια της από το τηγάνι και κοίταξε τον άντρα της, που κάτι της είπε, ο Πρασινοσκούφης βούτηξε κι άρπαξε την πρώτη.
Κι η μυλωνού τηγάνιζε, κι ο Πρασινοσκούφης άπλωνε το χεράκι του και σούφρωνε, όποτε έβρισκε ευκαιρία. Σιγά σιγά, μάλιστα, ξεθάρρεψε και τις βουτούσε στο βάζο με το μέλι που ήταν δίπλα. Στο τέλος έκρυψε και δύο, τις τελευταίες, σ’ ένα κούφωμα της καμινάδας, για να τις φάει αργότερα.
Ε, από το μύλο του μπαρμπα-Κώστα δεν ξεκόλλησε ο Πρασινοσκούφης όλες τις ημέρες, από του Χριστού μέχρι την παραμονή των Φώτων! Καλύτερα να πούμε πως από το τζάκι του μπαρμπα-Κώστα δεν ξεκόλλησε. Εκεί ήταν χωμένος και την παραμονή κι έτρωγε τηγανίτες, κι ούτε άκουσε το σύνθημα που έδωσε ο γερο-καλικάντζαρος, ο παππούς του, που ήτανε και αρχηγός, για να σηκωθούν να φύγουν. Σε λίγο που τις έφαγε ανέβηκε να ιδεί, μα ήταν αργά! Οι καλικάντζαροι είχαν φύγει!
Άρχισε τότε να τρέχει κατά το δάσος μ’ όλα του τα δυνατά κι έφτασε ίσα ίσα τη στιγμή που έκλεινε η πόρτα της σπηλιάς τους.
– Ω, δυστυχία μου, είπε τότε το κακόμοιρο, τι θα γίνω τώρα ολομόναχο: Πού να πάω και πού να σταθώ; Αν ήταν τουλάχιστο καλοκαίρι, κάπου θα έβρισκα στο δάσος να τρυπώσω και να φάω τίποτα! Μα με τέτοιον καιρό θα κοκαλώσω!
Πραγματικά, στο ψηλό και πυκνό δάσος δεν έβλεπες τίποτ’ άλλο παρά ένα παχύ στρώμα κάτασπρου χιονιού, και τα δέντρα ήτανε κι αυτά γεμάτα χιόνι, από την κορυφή μέχρι τα κάτω κλαδιά, που έγερναν από το βάρος του. Το δάσος απλωνόταν ήσυχο και σιωπηλό, τ’ αγρίμια, μικρά και μεγάλα, είχαν τρυπώσει στις φωλιές τους, και μονάχα κάπου κάπου φαινόνταν πάνω στο χιόνι τίποτα αχνάρια από λύκο ή αλεπού.
– Άσχημα τα πράγματα! είπε ο Πρασινοσκούφης. Μα δεν τα ’χασε. Έκαμε μερικές βόλτες έξω από την τρύπα της σπηλιάς και κοίταζε τ’ αχνάρια των παπουτσιών του. Ήταν μικρότερα από τ’ αχνάρια της αλεπούς και πιο κοντά το ένα με το άλλο. Κι ήταν φυσικό αυτό, γιατί όλος όλος ο Πρασινοσκούφης δεν ήταν ψηλότερος από μια πιθαμή. Ευτυχώς που η σκουφίτσα του ήταν ψηλή και μυτερή και του χάριζε λίγο ανάστημα. Έξαφνα χτύπησε το κεφάλι του.
– Βρε, είπε, δεν πηγαίνω πάλι στης θείας Κώσταινας να περάσω το χειμώνα μου; Φωτιά στο τζάκι έχει και τον τρόπο τον ξέρω να σουφρώνω τις πίτες από το τηγάνι της. Καλά θα περάσω!

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΠΙΠΙΝΑΣ ΤΣΙΜΙΚΑΛΗ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (Β΄)


 Αποτέλεσμα εικόνας για η κυρα φουντωτη

Συνεχίζουμε το αφιέρωμα στην προσφορά και το έργο της Πιπίνας Τσιμικάλη στην παιδική λογοτεχνία με κάποια από τα βιβλία της που αγαπήθηκαν από τα παιδιά.
Ξεκινάμε με το παραμύθι της "Η κυρά Φουντωτή". Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: "Μια φορά κ' έναν καιρό, η κυρά Φουντωτή, η αλεπού, βγήκε από τη φωληά της να κυνηγήσει. Γύρισε εδώ κ' εκεί στο βουνό, χώθηκε κ' έψαξε στο δάσος και μετά τράβηξε στην πηγή και στάθηκε πίσω από μια κουμαριά, με τ' αυτιά της σηκωμένα και τα μάτια της ορθάνοιχτα. [...]".

 Ένα ακόμη παραμύθι της Πιπίνας Τσιμικάλη είναι "Ο λύκος και το κουνελάκι". Στην περίληψή του αναφέρει: "Μια μέρα ο μπάρμπα Λάμπης ο Λύκος, ήταν κρυμμένος πίσω από μια ψηλή και φουντωτή κουμαριά και κοίταζε με τα γυαλιστερά, πεινασμένα μάτια του, ένα κουνελάκι.
Άσπρο ήταν το κουνελάκι, άσπρο και μικρό, κι είχε βγει από τη φωληά του να βοσκήσει φρέσκα φυλλαράκια και τρυφερά κλαδιά. Είχε βρει λοιπόν σ' εκείνο το μέρος ένα σωρό άγρια καρότα, γλυκά και νόστιμα κι άρχισε να τα ροκανίζει ξένοιαστο, με τα δοντάκια του, κρίτσι - κρίτσι. [...]".


Στο βιβλίο "Ψηλά στη στάνη της Γαρυφαλλιάς" μια γυναίκα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής περιθάλπτει στη στάνη της έναν τραυματισμένο Γερμανό στρατιώτη, αν και ο γιος της πολεμάει στην Αντίσταση.


Στο δίτομο έργο "Ο Πανάγος" και "Οι περιπέτειες του Πανάγου" παρακαλουθούμε  την ιστορία ενός αγνού νέου, του Πανάγου, που έρχεται από το χωριό στην Αθήνα για να δουλέψει, με μοναδικά του όπλα την ειλικρίνεια και την εργατικότητα.

 Αποτέλεσμα εικόνας για ο παναγος τσιμικαλη                                                            Αποτέλεσμα εικόνας για ο παναγος τσιμικαλη
Ακολουθούν τα εξώφυλλα μερικών ακόμη βιβλίων για τα οποία δεν κατέστη δυνατόν να βρεθούν περαιτέρω πληροφορίες.