Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

ΣΤ’ ΑΛΩΝΙ ΤΗΣ ΠΙΠΙΝΑΣ ΤΣΙΜΙΚΑΛΗ





            Φεύγοντας οι γερμανοί άφησαν το χωράφι του Γιάννη, δίπλα στην άμμο, στη θάλασσα γεμάτο νάρκες. Βαριές, χοντρές και στρογγυλές για τανκς. Δεν έφταναν βλέπεις τ’ άλλα. Πέντε στρέμματα τώρα χωράφι άσπαρτο, το ψωμάκι της χρονιάς τους χαμένο. Χώρια η λαχτάρα. Βδομάδα δεν πέρναγε χωρίς να ταράξει την ησυχία του κάμπου και των ανθρώπων τις ψυχές η φοβερή δόνηση. Το νέο ακολούθαγε αστραπή. Πότε ένα, συχνότερα δύο μαζί παιδιά κομματιάζονταν. Τ’ όνομά τους απόμενε μονάχα από την έκρηξη. Κάποτε κι ένα δυο οκάδες κρέατα που τα μάζευαν σ’ ένα σακούλι. Δεκαπέντε παλικάρια ίσα με την ώρα. Σα να μην έφταναν όσους είχαν σκοτώσει με τα πολυβόλα τους. Όπου γεφύρι και χαντάκι είχε ποτιστεί με άγιο ελληνικό αίμα. Σκότωναν τώρα και φευγάτοι, σκότωναν και σκοτωμένοι.
            Κι ο Γιάννης είχε έξη παιδιά. Βγάλε τα δυο, τα μεγάλα που ήτανε στο αντάρτικο, μένανε τα μικρότερα. Κι ο νους τους όλο στις νάρκες. Έτσι το καψούλι, έτσι ο δυναμίτης. Τόσο λάδι πάει το ένα, τόσο το άλλο. Τόσα έβγαλε χτες ο Γιωργής, τόσα ο Κυριάκος. Λαχτάριαζαν οι γονιοί τους που τ’ άκουγαν. Φοβέρα και συμβουλές ο πατέρας κι ο νους της μάνας κειδά. Πού ’ναι τα παιδιά; Πού πάει ο Κώστας; Ξωπίσω τους έτρεχε η καψερή κι εκείνα έτρεχαν και χάνονταν από μπροστά της, σαν τα γίδια. Κι η θάλασσα δεν έπαυε ν’ αναταράζεται και να βουίζει από δυναμίτη. Ώσπου ερχότανε η συφορά και σώπαινε για δυο τρεις μέρες. Κι έπειτα άρχιζε το ίδιο. Μια στα ψάρια, δυο, πέντε στα ψάρια, μια σε παλικάρι.
            Μια μέρα ήρθανε δυο νέοι. Θα βγάλουνε, είπανε, τις νάρκες. Αλήθεια; έκαμε ο Γιάννης, δεν το πίστεψε. Ναι, είπανε, θα καθαρίσουμε όλο τον κάμπο, κι άρχισαν κιόλας τη δουλειά. Μέτραγαν βήματα κι έπεφταν μπρούμυτα στη γη. Έβγαζαν το καψούλι και τους βαρείς δίσκους, τους έφτιαναν σωρούς. Δυο τρεις μέρες βάσταξε η δουλειά, κι η Γιαννού τους ετοίμαζε φαΐ κι ο Γιάννης κρασάκι και τσιγάρο. Στο τέλος ήρθε μια βάρκα και τις φόρτωσε. Πουλήθηκαν σ’ άλλες ακρογιαλιές. Σαν ετοιμάστηκαν να φύγουν τα παιδιά, ρώτησε πάλι ο Γιάννης το ίδιο που ρωτούσε και πριν κάθε τόσο, αν τις έβγαλαν όλες, να μην είχε μείνει καμιά. Όχι, του είπανε, μείνε ήσυχος. Πού να μείνει όμως! Άνθρωποι ήτανε, μπορεί να ’καμαν και λάθος, ξέρει κανείς; Και η σπορά βίαζε. Είχανε βγάλει κι από άλλα χωράφια νάρκες, όμως κανένας δεν τόλμησε να βάλει αλέτρι τούτη τη χρονιά. Χέρσα θα ’μεναν, αργότερα θα ’βλεπαν τι θα κάμουν. Ποιος ξέρει, μπορεί να ’στελναν και γερμανούς να οργώσουνε τα επικίνδυνα. Όμως τώρα κανένας δεν θα ’βαζε αλέτρι. Ξημέρωνε Δευτέρα. Ο Γιάννης ξύπνησε και πρόσταξε τη γυναίκα του και τα παιδιά να μην πλησιάσουνε στο χωράφι…Πήγε στο σταύλο, έζεψε τα βόδια, έκαμε το σταυρό του και μπήκε.
            - Μπρος, Μαυρομάτη, Μελίσση, τους είπε με τρεμουλιαστή φωνή.
            Εκείνα άρχισαν σιγά σιγά να προχωρούν, αφήνοντας στη γη τ’ αυλάκι κι ο Γιάννης ξοπίσω τους. Όλη του η ψυχή είχε πάει στα μάτια. Ανοιγμένα, ακίνητα δεν έκαναν δεξιά ούτε αριστερά. Καρφώνονταν με δύναμη στη γη και ζήταγαν να την ανοίξουν πριν τ’ αλέτρι. Σ’ ό,τι ύποπτο έβλεπε από μακριά σταματούσε με δύναμη τα βόδια, έτρεχε μπροστά, πασπάτευε με τα χέρια του τη γη, ξεσήκωνε προσεχτικά το χώμα. Έπειτα έπαιρνε βαθειά ανάσα και ξεκίναγε. Κάπου κάπου σταματούσε, σκούπιζε τον ιδρώτα του, χάιδευε τα βόδια κι έστριβε τσιγάρο. Αμίλητοι, κι εκείνος κι η γυναίκα και τα παιδιά, από μακριά όπως είχε διατάξει ο πατέρας.
            Και τ’ αλέτρι ξακολουθούσε όλο το δειλινό ν’ αυλακώνει αργά και προσεχτικά τη γη και την ψυχή τους ο τρόμος. Ώσπου την τρίτη μέρα τέλειωσε. Και τότε ξάπλωσαν πάλι στο χωράφι οι φωνές των παιδιών που μπήκαν και βοηθούσανε κι έβγαζαν την αγριάδα. Τα βόδια βρήκανε το βήμα τους κι ο Γιάννης τη φωνή του. Μπρος, μπρος τους φώναζε χαρούμενα και δυνατά κι έσφιγγε και ξέσφιγγε τα λουριά, κι όργωνε και διβόλιζε κι ανακύλαε το χώμα κι έριξε και σκέπασε το ψωμάκι τους.
           

            Μήνες πέρασαν. Στη σκοταδιαστή χαμοκέλα κείτεται το παιδί ξαναμμένο από τον πυρετό, ανακυλιέται και βογγάει βαριά. Ό,τι έφυγε ο γιατρός με το γαϊδούρι κι ο Κώστας στο γυρισμό θα φέρει τις ενέσεις που περιμένουμε τώρα με λαχτάρα. Δίπλα στο κρεβάτι η μάνα δροσίζει το φλογισμένο κεφάλι κι όλο κοιτάει κατά την πόρτα. Ο Γιάννης απ’ έξω στο πεζούλι αγναντεύει το δρόμο κι αυτός και μετράει την ώρα. Αργά το σούρουπο έφτασε. Τις ενέσεις δεν τις είχε ο Ερυθρός και το φαρμακείο ζήταγε έξη οκάδες λάδι.
            - Έξη οκάδες; έκαμε θαυμάζοντας ο Γιάννης. Σώπασε λιγάκι και είπε:
            - Δεν τις έφερνες, μωρέ;
            - Δεν τις έδινε, πατέρα, ήθελε το λάδι πρώτα, και τράβηξε το γαϊδούρι κατά τ’ αχούρι.
            Αμίλητος ξανάκατσε ο Γιάννης στο πεζούλι. Κάπου κάπου το κουδούνι του γάιδαρου καθώς έσκυβε στο σανό, έφτανε στ’ αφτιά του κι από το δωμάτιο μέσα το βογγητό του παιδιού… Η νύχτα μοναχά να περάσει και ξημερώματα θα πάει στον αδερφό του να δανειστεί το λάδι. Μέρα δεν πέρναγε δίχως φαρμάκι. Κομπολόι τα ’φερνε ένα ένα κειδά. Ο μεγάλος στη φυλακή, του ζητάνε όπλο. Δε δίνει, λέει δεν έχει. Κ’ εκείνοι αν δεν το δώσει δεν τον βγάζουνε. Ο άλλος κρύβεται ούτε ξέρουνε πού, κι αυτόν τον κουβαλάνε στην ανάκριση κάθε τόσο. Κι άλλα ακόμα, κι άλλα. Την πατάτα την έκλεψαν από το χωράφι, τα παιδιά νηστικά, ο γιατρός απλήρωτος…Κι η Γιαννού γύρισε προχτές με τα ξύλα φαρμακωμένη. Ερχότανε μαζί με τη Μιχαλού κι ο ένας λόγος έφερε τον άλλο. Της μίλησε κι η Γιαννού κ’ έγινε σούσουρο στο δρόμο.
            - Το σταυρό της, ψιθύρισε ο Γιάννης ανυπόφορη έγινε, λόγο δεν αφήνει να πέσει χάμου.
            Αχ, κι η γκρίνια είχε μπει στο σπίτι κι εκείνος σήκωσε το χέρι στη γυναίκα, που δεν το ‘χε κάμε ίσαμε τώρα, αντιμίλαγε κι εκείνη σαν το διάβολο.
            - Φέρε την κόφα, μωρή.
            - Όχι, το καλάθι.
            - Σήμερα θα ποτίσουμε.
            - Όχι, θα σκαλίσουμε.
            - Θα πας τ’ αλέτρι στο μάστορα.
            - Όχι, θα πλύνω.
            Άλλο πράγμα! Κακό δεν ήτανε που να μην είχε έρθει να τους βρει, να κλειστεί μαζί τους στο καλύβι, ένας θάνατος έλειπε. Δεν μπόραγαν πια, δεν άντεχαν. Και το παιδάκι το ’τρωγε ο πυρετός κι η νύχτα πλάκωνε.
            Ήρθε ο θεριστής. Στη μέση του αλωνιού, δίπλα στο στύλο στέκεται κι απλώνεται ο χρυσός σωρός. Σαν τον απόσωσε ο Γιάννης, τον σταύρωσε βαθιά.
            - Πολυκαρπία! ευχήθηκε χαρωπά η γυναίκα του, που ‘φτανε εκείνη τη στιγμή φορτωμένη σακιά.
            Τα παιδιά κάθονταν γύρω γύρω στ’ άχυρο με τα μάτια στον καρπό, που τον έλουζε και τον πύρωνε ο κίτρινος ήλιος του μεσημεριού.
            - Να ’σαι καλά! της είπε ο Γιάννης.
            Όλη η κούραση είχε φύγει από πάνου του και στο μακρύ και στεγνό πρόσωπό του είχε απλωθεί η γαλήνη. Σαν τη θάλασσα την απόλυτα ήσυχη, που ούτε το πιο ελαφρό αεράκι αναταράζει.
            Όλοι κοίταζαν το σωρό. Κι από το σωρό ξέφευγε κάτι και σκορπιότανε γύρω στ’ αλώνι κ’ έφτανε μέχρι την τρεμουλιαστή καρδιά τους μέσα κι έδιωχνε τις έννοιες και τις πίκρες, κάτι ήσυχο και καλό. Σαν άγιο. Κι εκείνοι είχανε μείνει αμίλητοι και κανείς δεν σάλευε και στέκονταν εκεί σαν καρφωμένοι. Κάποτε ο Γιάννης ανανοήθηκε.
            - Άντε βρε, φώναξε στα παιδιά κι η φωνή έβγαλε τη χαρά από μέσα του.
            Ξεπετάχτηκαν. Μα ο κουβάς ήταν κιόλας δίπλα, τον είχε σκεφτεί η Γιαννού. Κι η Γιαννού έσκυψε κ’ επήρε μια φούχτα από το στάρι στην παλάμη της και το άφησε σιγά σιγά να ξαναπέσει.
            - Χρυσάφι είναι, έκαμε.
            - Μετράτε κι εσείς, τους φώναξε ο Γιάννης, μην κάνω κανένα λάθος.
            - Έννοια σου μετράμε, γέλασαν όλοι. Και καθένας μέτραγε από μέσα του κι ο Γιάννης γέμιζε τους ντενεκέδες κι έτρεμε λιγάκι στην αρχή το χέρι του. Βγήκε τ’ αλωνιάτικο, βγήκαν τα εργατικά, όλα μπόλικα, κι από την κορφή.
            - Όχι χώματα, δε μ’ αρέσουνε μένα τέτοιες δουλειές. Δούλεψαν να πάρουνε, όλοι να πάρουνε!
            Και σήκωσε και άδειαζε τους κουβάδες, ψηλός και σβέλτος, σαν παλικάρι. Κι η Γιαννού παράστεκε γλυκιά κι ακούραστη και τα παιδιά υπάκουαν κι ο καρπός κουβαλιότανε στο σπίτι. Κι ο Γιάννης έκατσε πια κάπου στη σκιά να ξαποστάσει. Κοίταξε τη Γιαννού, κι εκείνη, κατάλαβε κι ήρθε κοντά του.
            - Σύνταχα το πρωί θα πας στο μύλο.
            - Ναι, έκαμε η Γιαννού.
            - Κι εγώ θα κατέβω να κοιτάξω για παπούτσια του μικρού κι ένα φουστάνι για σένα.
            - Όχι, όχι φουστάνι, μόνο κανένα ψάρι να φέρεις να πάμε στο παιδί.
            - Καλά, είπε, το έχω υπ’ όψη μου. Και σώπασε καμπόσο.
            - Ξέρεις και τι άλλο λέω; Να πάρω το περιβόλι το διπλανό να βάλω κουνουπίδι.
            - Το μπορούμε λες; του ’πε σιγαλά.
            - Γιατί δεν το μπορούμε; Ασκέρι δόξα σοι ο Θεός, άλλο τίποτα. Ή παντέχεις πως δε θα μαζευτούν κι οι μεγάλοι; Όλα θα σάξουνε, θα ιδείς. Κι ο ένας θα βγει απ’ τη φυλακή, τίλογα αιώνια δεν μπορούνε να τον κρατάνε, κι ο άλλος θα μαζευτεί στο σπίτι του, να κοιτάξει τη δουλειά του.
            Άναψε και δεύτερο τσιγάρο.
            - Νοικιάζουμε του χρόνου μια καμαρούλα στην πόλη και στέλνουμε τους δυο μικρούς στο σχολείο.
            - Μακάρι, έκαμε η Γιαννού χαρούμενη.
            - Να τους σπουδάξουμε. Ακόμα νέοι είμαστε, ας συντρέξουν και τ’ αδέρφια τους.
            - Μακάρι, ξανάπε η Γιαννού.
            Από τη θάλασσα ο μπάτης ανάδευε και θρόιζε τα φύλλα της μουριάς. Μπροστά τους απλωνόταν το χωράφι ολόχρυσο και φωτεινό. Σαν ψέματα πως κάποτε ήταν χωμένες νάρκες. Σαν ψέματα.
            - Θα ιδείς, όλα θα περάσουνε, πρώτα ο Θεός.
            - Θα περάσουνε, είπε κι εκείνη.
            Κι όλας είχανε αρχίσει να περνούν. Η ψυχή της ήτανε τώρα γεμάτη ελπίδα, το μυαλό της ήσυχο. Κι ο λόγος ο σουβλερός της Μιχαλούς δεν την τρύπαγε πια που τον εθυμήθη. Τι φταίει κι αυτή, έτσι είπε. Αν άκουγε αλλιώς, θα ‘λεγε αλλιώς. Τι φταίμε κι εμείς οι άνθρωποι; έκαμε μέσα της.
            Αργά το δειλινό κάτσανε να φάνε. Ο Γιάννης έδωσε ένα πενηντάρι για κρασί μέρα που ήτανε. Μασούσαν αργά και σιωπηλά, καθένας παραδομένος στη σκέψη του, και κάθισαν ώρα πολλή γύρω στο σοφρά.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΠΙΠΙΝΑΣ ΤΣΙΜΙΚΑΛΗ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ






Η Πιπίνα Τσιμικάλη γεννήθηκε στο Γύθειο το 1903 (ή το 1905) όπου τελείωσε και το Γυμνάσιο.  Ήταν κόρη του Βασίλη Τζωρτζάκη. Σπούδασε οδοντιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και παντρεύτηκε  τον στρατηγό-αντιστασιακό Τσιμικάλη αλλά δεν απέκτησαν παιδιά.
Έγραψε κυρίως για παιδιά προσχολικής ηλικίας και του Δημοτικού σχολείου. Τα έργα της χαρακτηρίζονται από το στοιχείο της φαντασίας και πρωταγωνιστούν συνήθως ζώα. Διασκεύασε πολλά γνωστά παραμύθια προσαρμόζοντάς τα στα μέτρα της αλλά τα περισσότερα είναι βγαλμένα από το δικό της πηγαίο ταλέντο και φαντασία. Συχνά, τα παραμύθια "κατηγορούνται" (άδικα, κατά τη γνώμη μου) πως αντί για χαρακτήρες έχουν μόνο ρόλους και μοτίβα και οι πρωταγωνιστές τους, η παραμυθιακή διήγηση εν γένει, δεν ξεφεύγει από αυτά. Όμως, στα παραμύθια της Πιπίνας Τσιμικάλη, ακόμα και οι ρόλοι αυτοί έχουν μια τόσο δική τους, χρωματιστή, ιδιαίτερη φωνή, ώστε και ο τυπικότερος ρόλος να γίνεται ξεχωριστός και μοναδικός χαρακτήρας, όπως θα βλέπαμε σε όλη την υπόλοιπη μυθοπλασία.
Οι ήρωες στα παραμύθια της αποκτούν τα δικά τους ξεχωριστά χαρακτηριστικά που ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα, πχ ο λύκος είναι εργατικός, έξυπνος αλά απονήρευτος, η αλεπού πονηρή, εύστροφη αλλά όχι τόσο έξυπνη προσιδιάζοντας τους μύθους της ελληνικής παράδοσης. Οι μάγισσες, καλές ή κακές, βοηθούν ή καταδικάζουν τους ήρωες. Οι βασιλοπούλες συχνά είναι εκείνες που δίνουν τη λύση στα προβλήματα και οι πρίγκιπες βγαίνουν νικητές γιατί σκέφτονται αντισυμβατικά ενώ οι δεύτεροι πρωταγωνιστές βοηθούν τους ήρωες μόνο γιατί τους αξίζουν.
Ακόμη έγραψε αρκετά αξιόλογα παιδικά μυθιστορήματα που ξεχώρισαν στην εποχή τους με κοινωνικό και ιστορικό κυρίως περιεχόμενο. Κλασικό έμεινε το παιδικό της μυθιστόρημα «Ψηλά στη στάνη της Γαρυφαλλιάς».
Το περιοδικό «Διαδρομές» έγραψε για την Πιπίνα Τσιμικάλη: «Στον πρώτο διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, το 1958, το πρώτο βραβείο πήρε η Πιπίνα Τσιμικάλη για τα διηγήματά της Ο χαρταετός που έκαναν αίσθηση. Το γράψιμό της διακρινόταν για τη σταθερή του ποιότητα, τη σαφήνεια, τη ζωντανή αφήγηση, την πρωτοτυπία, την άρτια πλοκή, την καθαρή γλώσσα. Η Τατιάνα Σταύρου, πρόεδρος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, είχε γράψει στο σκεπτικό του βραβείου ότι "όσα χρόνια κι αν περάσουν, ο Χαρταετός αυτός θα σελαγίζει περήφανος και αχάλαστος στον ελληνικό ουρανό».
Η γλώσσα της είναι λυρική, γεμάτη συναίσθημα, απλή αλλά καθόλου απλοϊκή, μαρτυρώντας έναν άνθρωπο γεμάτο αγάπη, συμπόνια, λύπη για τα ανθρώπινα δεινά, και γεμάτο φως. Όπως ακριβώς και οι ιστορίες της.
Όντας σχετικά ευκατάστατη, ουδέποτε ασχολήθηκε να πάρει αμοιβή από τη δουλειά της. Δηλαδή κάποιοι εκδότες την εκμεταλλεύτηκαν εξωφρενικά, αφού μερικά απ' τα βιβλία της έκαναν δεκάδες επανεκδόσεις. Ωστόσο, έλαβε πολλά βραβεία και διακρίσεις. Έγραψε και βιβλία για μεγάλους.

Έφυγε από τη ζωή το 1988.

Ας δούμε πιο αναλυτικά αρκετά από τα έργα της.


Στα «50 νέα παραμύθια» πρόκειται για Πενήντα παραμύθια που μιλάνε για το καλό που νικά το κακό, για την πονηριά, την κακία και την απληστία των ανθρώπων, αλλά και για την καλοσύνη και την αλληλεγγύη προς τους συνανθρώπους και τα ζώα. Συγκεκριμένα, ανάμεσα στ άλλα κάνουν λόγο για φτωχά παιδιά που με τη βοήθεια κάποιας καλής νεράιδας γίνονται βασιλιάδες, για βασιλοπούλες που εξαιτίας μιας κακής μάγισσας μεταμορφώνονται σε βατράχους, για ζώα που βοηθούν τους ανθρώπους να βρουν την τύχη τους, για παιδιά που ψάχνουν να βρουν τα χαμένα αδέρφια τους και μπλέκουν σε απίστευτες περιπέτειες, για μοχθηρούς ανθρώπους που προσπαθούν να κάνουν κακό σε αθώους συνανθρώπους τους, για καλούς δράκους που βοηθούν τους ανθρώπους να βρουν το δρόμο τους στη ζωή και για βασιλιάδες που βρίσκουν τίμιους νέους που θα τους διαδεχτούν στο θρόνο.


Στο βιβλίο «Τα 3 αδέλφια και άλλα 20 παραμύθια» περιέχονται τα παραμύθια Ο δράκος κι ο Γιαννιός
Η έξυπνη τριανταφυλλιά
Τα τρία βασιλόπουλα
Το έρημο σπίτι της ακρογιαλιάς
Ο άτυχος
Η κοψονούρα
Οι δώδεκα μήνες
Ο σοφός
Το κουτσό κοράκι
Ο λύκος κ' η αλεπού
Ο ζαβός
Ο Ανθούλης
Το δένδρο με τα φλουριά
Η μαγεμένη κατσίκα
Ο Πιθαμούλης
Η Κουρουνίτσα
Οι δώδεκα δράκοι
Κότα μου, κοτούλα μου, δώσε μου φλουριά
Το αθάνατο νερό
Ο παλληκαράς
(Συνεχίζεται…)

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Καλλιόπη Σφαέλλου: μία ακούραστη και αθόρυβη δημιουργός (Β΄ μέρος)




Συνεχίζοντας το αφιέρωμά μας στην συγγραφέα Καλλιόπη Σφαέλλου θα παρουσιάσουμε κάποια από τα εξίσου αξιόλογα παιδικά βιβλία που συνέγραψε.
Στο παιδικό της μυθιστόρημα με τίτλο «Κανέλος Αγαθίας Γκέκας», η συγγραφέας περιγράφει τις περιπέτειες ενός αξιαγάπητου σκύλου με ήρωα και αφηγητή τον ίδιο. Το εύρημα αυτό εντυπωσιάζει με την φυσικότητα και την ευφάνταστη διαχείρισή του από την συγγραφέα. Συγκεκριμένα: «Κάθομαι στον ήλιο και συλλογιέμαι, συλλογιέμαι, συλλογιέμαι τόσο ώστε στο τέλος ζαλίζομαι. Γιατί μη νομίσετε πως τάχα μονάχα εσείς, οι άνθρωποι έχετε το προνόμιο αυτό. Γελιέστε. Σκεπτόμαστε κι' εμείς, αν και κάπως διαφορετικά. Τι τα θέτε ... με τόσο μπόϊ και με το κεφάλι στητό ψηλά σκέπτεστε άλλα μακρυνότερα πράγματα, από μας. Εμείς με το κεφάλι σκυμμένο ανάμεσα στα πόδια αναλογιζόμαστε αδιάκοπα τι τάχα είναι σωστό, τι χρέος έχομε, πως πρέπει να φερθούμε για να δείξομε πόσο τίμιοι είμαστε και πόση αφοσίωση χρωστάμε σε οποίο χέρι μας πετάξει ένα κόκαλο ή απλωθεί να μας χαϊδέψει. Θα καταλάβατε ίσως από τα παραπάνω, πώς είμαι σκύλος. Γιατί μονάχα εμείς οι σκύλοι έχομε βαθειά χαραγμένο στο μυαλό μας το αίσθημα του χρέους, ακόμα κι όταν δεν μας φερθούν καλά. Κι' αυτό το πρόβλημα με βασανίζει τώρα, μέρα και νύχτα και δεν μ' αφήνει να κοιμηθώ ήσυχος: Έκαμα καλά διαλέγοντας να μείνω παντοτινά με τον τωρινό μου κύριο ή μήπως...
Θα 'θελα πολύ να με βοηθήσετε να λύσω το ζήτημα αυτό και αναγκάζομαι πρώτη φορά στη ζωή μου να πιάσω τη πένα για να μου πήτε τη γνώμη σας μήπως κρίνετε πιο σωστά από μένα αφού είστε άνθρωποι.


Μα πριν ακούσετε το δίλημμά μου θα 'πρεπε να σας συστηθώ. Ονομάζομαι... Αλήθεια πς ονομάζομαι; Ο πρώτος-πρώτος κύριός μου ήταν ένα παιδάκι και με φώναζε Κανέλλο. Ο δεύτερος ήταν δάσκαλος και με φώναζε Αγαθία. Ο τρίτος, ο κλειδούχος της γραμμής, με ονομάζει Γκέκα. Είμαι πλούσιος σε ονόματα βλέπετε.
Ποιας ράτσας; Χμ... δεν σκοτίστηκα ποτέ να το μάθω. Όσοι όμως θέλουν να με κατηγορήσουν λένε πως... δεν είμαι καθαρόαιμος. Αν αυτό σας ενοχλεί μην ενδιαφερθείτε για μένα. Αν όμως θέλετε να μου δώσετε τη γνώμη σας για το πρόβλημα, που με απασχολεί, θά 'πρεπε να μάθετε ολόκληρη τη ζωή μου.
Γεννήθηκα στην άκρη ενός χωραφιού. Δεν ξέρω καλά καλά τι σχέσεις είχε η μάνα μου με τον νοικοκύρη του. Ήταν αφέντης της και τής είχε παραγγείλει να το προσέχει ή μήπως τυχαία η μάνα μου διάλεξε τη σίγουρη εκείνη γωνιά [...]».
Στο παραμύθι «Ο βοσκός και ο ρήγας» εμπνεόμενη από την ιστορία και παράδοση της Κύπρου, η συγγραφέας στήνει ένα ολόκληρο βιβλίο. Διαβάζουμε στην περίληψη του βιβλίου: «Στο θαμποχάραμα της Ιστορίας, όταν ο μύθος και η αλήθεια μπερδεύονται αξεδιάλυτα, ο Όμηρος μας μιλά για τους Αχαιούς βασιλιάδες της Κύπρου, τον Κυνύρα και τον Δμήτορα. Ξέραμε ακόμα πως ο Τεύκρος, ο μικρότερος αδερφός του Αίαντα, έχτισε στα παράλιά της καινούργια Σαλαμίνα, και πως μια από τις αρχαιότερες ελληνικές εποποιίες είναι τα "Κύπρια έπη". Στην Κύπρο επίσης, κοντά στους τρανούς Έλληνες βασιλιάδες της, έβρισκαν άσυλο στην κλασσική εποχή οι πολιτικοί εξόριστοι. Ο Ισοκράτης έγραψε ολόκληρο πανηγυρικό για τον Ευαγόρα.


Ελληνική λοιπόν υπήρξε η Κύπρος επί τρισήμισυ χιλιάδες χρόνια. Μα όπως συμβαίνει με τα παιδιά που ξεμακραίνουν από τους γονιούς τους, η Κύπρος, πιο κοντά στη Μικρά Ασία παρά στην ηπειρωτική Ελλάδα, δέχτηκε συχνά επιδρομές και υπέφερε από κατακτήσεις ξένων.
Όπως η υπόλοιπη Ελλάδα, η Κύπρος υποτάχθηκε από τους Ρωμαίους. Ασπάσθηκε τον Χριστιανισμόν πολύ νωρίς, χάρις στον απόστολο Βαρνάβα, μαθητή και σύντροφο του Παύλου και εξάδελφο του Ευαγγελιστή Μάρκου.
Όταν το ρωμαϊκό κράτος διαιρέθηκε, η Κύπρος φυσικά περιελήφθη στο Ανατολικό τμήμα, στη Βυζαντινή δηλαδή αυτοκρατορία. [...]».
Στη συλλογή διηγημάτων «Μικροί αγωνιστές» η Σφαέλλου καταπιάνεται με στιγμιότυπα της Κατοχής όπου πρωταγωνιστούν παιδιά να αγωνίζονται εναντίον του ξένου κατακτητή. Το οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρει: «Χρόνια κατοχής. Χρόνια πικρά, γεμάτα στερήσεις και βάσανα. Χρόνια γεμάτα πόνο. Μα μέσα στη βαρεία κατάθλιψη που πλάκωνε τα στήθη, υπήρχε και κάτι άλλο πολύτιμο, δυσεύρετο: Ένα αγωνιστικό πνεύμα αδάμαστο σε νέους, γέρους και παιδιά. Μια εθνική ενότητα που καταργούσε κάθε διαφορά. Κάτω από τη μπότα του κατακτητή, κανείς δεν έσκυβε το κεφάλι. Οι ψυχές μέναν ορθές μεσ' στα σκελεθρωμένα σώματα. Κι αυτό το πνεύμα το αδάμαστο, που μαρτυρούσε λεβεντιά χωρίς επίδειξη και στύλωνε τ' αδύναμα κορμιά, προσπαθήσαμε να δώσομε στο βιβλίο αυτό.


Αν εμείς πεινάσαμε, πονέσαμε, βασανιστήκαμε, δεν είναι ανάγκη να το πούμε κλαουρίζοντας στα παιδιά ή τα εγγόνια μας ζητώντας τον οίκτο τους και μαυρίζοντας τις τρυφερές καρδιές τους. Εκείνοι ας μάθουν -κι είναι αυτή η βασική αλήθεια- πως κι αλυσοδεμένοι κρατήσαμε το κεφάλι ψηλά.
Κι αυτό αποτελούσε μια μικρή καθημερινή νίκη - όχι πάντα εύκολη ούτε ακίνδυνη».


«Η ιστορία του Φιρφιρή» αναφέρεται στην ιστορία ενός εξίσου αξιολάτρευτου γαϊδαράκου  και του μικρού αφεντικού του: «Προχθές, ενώ γυρίζαμε από τα χωράφια με τον Αντρέα, το μεγάλο γιο του τωρινού αφέντη μου, συναντήσαμε κάτι περαστικούς ερχομένους από την πόλη. Είχαν σταματήσει το αυτοκίνητό του και βγάζανε φωτογραφίες. Μαζί του βρίσκονταν και δυο παιδιά, λίγο μεγαλύτερα από τον Αντρέα. Εκείνα, μόλις μας είδαν, άρχισαν να γελούν, σαν να βλεπαν κάτι πολύ αστείο. [...]».
Συνεχίζεται…

Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

Καλλιόπη Σφαέλλου, μία ακούραστη και αθόρυβη δημιουργός (Α΄)





Μία από τις παλαιότερες και με μεγάλη προσφορά στην παιδική λογοτεχνία μορφή, είναι η συγγραφέας, μεταφράστρια και δημοσιογράφος Καλλιόπη Σφαέλλου. Η Καλλιόπη Σφαέλλου συνέγραψε δεκάδες βιβλία για παιδιά με αφοσίωση και ευαισθησία, στοιχεία που χαρακτηρίζουν και τις μεταφράσεις της.
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1912 και ανατράφηκε μέσα στο φιλοπρόοδο και κοσμοπολίτικο κλίμα της εκεί ελληνικής παροικίας. Το 1931 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Το 1957 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην παιδική λογοτεχνία με το βιβλίο «Το μυστικό ενός σοφού». Έκτοτε υπήρξε συνεπής στα ραντεβού της με τους μικρούς αναγνώστες συγγράφοντας μια σειρά βιβλίων που κέρδισαν τα παιδιά της εποχής και μερικά διαβάζονται ως σήμερα.
Θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τα κυριότερα από αυτά.


Από τα πιο γνωστά βιβλία της Καλλιόπης Σφαέλλου είναι το δίτομο έργο «Για τον πατέρα» και «Ο γυρισμός του πατέρα». Στο πρώτο μέρος ένα μικρό αγόρι, που ο πατέρας του είναι αιχμάλωτος πολέμου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν και δεν έχει γυρίσει  όταν τελειώνει ο πόλεμος, αποφασίζει να φύγει με τα πόδια από το σπίτι του για να τον αναζητήσει. Φτάνοντας στην Αθήνα κάνει διάφορες δουλειές προκειμένου να μαζέψει τα απαραίτητα χρήματα για να πάει στην Αυστρία όπου βρίσκεται το στρατόπεδο. Στο δεύτερο μέρος το νεαρό αγόρι καταφέρνει να φτάσει στην Αυστρία. Εκεί ανακαλύπτει με κόπο τον πατέρα του να φιλοξενείται από μια οικογένεια ντόπιων αγροτών χωρίς μνήμη και ανίκανο να μιλήσει. Μαζί φιλοξενούνται στη συνέχεια από μια αυστριακή οικογένεια φιλελλήνων μέχρι να μαζέψει χρήματα το παιδί και να γυρίσουν στην Ελλάδα. Ο πατέρας συνέρχεται και επιστρέφουν μαζί στην πατρίδα τους.
Μεγάλη επιτυχία είχαν σημειώσει τα παιδικά βιβλία της συγγραφέως με αστυνομικές ιστορίες. Στο οπισθόφυλλο των «Μικρών ντετέκτιβ» διαβάζουμε: «Τρία παιδιά όλο ζωντάνια - ο Θόδωρος, ο Μίμης και η αδερφή του η Ελενίτσα - περνούν ξένοιαστα τις διακοπές τους στην Ανάβυσσο. Μια μέρα όμως, καθώς κάνουν ποδήλατο σ' ένα χερσότοπο, κάτι τα παραξενεύει. Δυο χωρικοί σκάβουν δίχως λόγο ένα μακρόστενο λάκκο. Πλησιάζουν να δουν γιατί, μα οι χωρικοί τα διώχνουν με άγριο τρόπο. Η αλλόκοτη τούτη συμπεριφορά, μα κι άλλα περίεργα που συμβαίνουν τις επόμενες μέρες, βάζουν τα παιδιά σε υποψία. Και καθώς διψούν για δράση και περιπέτειες, αποφασίζουν να ξεδιαλύνουν μόνα τους το μυστήριο. Αρχίζει έτσι μια παράξενη αλλά και πολύ επικίνδυνη περιπέτεια, που φέρνει τους μικρούς ντετέκτιβ σε φοβερά δύσκολη θέση. Το θάρρος και η εξυπνάδα τους όμως τελικά τους γλιτώνει. Και χάρη σ' αυτούς αποκαλύπτεται μια ολόκληρη σπείρα αρχαιοκαπήλων».


Στη συνέχεια του «Οι μικροί ντεντέκτιβ σε νέες περιπέτειες» η υπόθεση έχει ως εξής: «Παλιοί μας γνώριμοι ο Θόδωρος, ο Μίμης και η αδελφή του η Ελενίτσα, περνούν τώρα τις διακοπές τους στο όμορφο νησί, στη Σκιάθο. Θυμάστε, βέβαια, από το προηγούμενο βιβλίο της Καλλιόπης Σφαέλλου πως κατάφεραν να αποκαλύψουν μια ολόκληρη σπείρα αρχαιοκαπήλων. Ε, τώρα οι περιπέτειές τους είναι ακόμη πιο συναρπαστικές, ακόμη πιο επικίνδυνες, ακόμη πιο ενδιαφέρουσες. Ανοίγονται στο πέλαγος με τη βάρκα τους αψηφώντας τον καιρό, βουτάνε στα βαθιά ακόμα και χωρίς συσκευές κατάδυσης, σώζουν τη ζωή του φαροφύλακα που τον χτύπησαν επικίνδυνοι κακοποιοί. Με το θάρρος και την εξυπνάδα τους υποχρεώνουν τους μεγάλους να τους παραδεχτούν και να τους συγχαρούν για τα κατορθώματά τους».
Στο βιβλίο «Ρούμπυ, ο αρχιντεντέκτιβ» το ρόλο του αστυνομικού που εξιχνιάζει πραγματικά μυστήριες υποθέσεις κατέχει ένας σκύλος και …  «Ο Ρούμπυ είναι ένας πανέξυπνος, τρυφερός και πιστός σκυλάκος, που τον υιοθετεί μια υπέροχη οικογένεια που τον αγαπά πραγματικά. Αλλά και ο ίδιος είναι πρόθυμος να θυσιαστεί για τα αφεντικά του, καθώς νιώθει βαθιά την υποχρέωση να τους προστατέψει όλους, τους γονείς και κυρίως τα τρία αδέλφια. Ο Ρούμπυ, όμως, είναι και λίγο περίεργος και λίγο άτακτος με αποτέλεσμα να μπλεχτεί σ' ένα σωρό περιπέτειες...».


Στο «Αρκουδόπαιδο» παρακολουθούμε την ζωή ενός σύγχρονου Μόγλη που το μεγαλώνουν όχι οι πίθηκοι, όπως στο ομότιτλο βιβλίο του Κίπλινγκ, αλλά οι αρκούδες του δάσους. Συγκεκριμένα: «
Το Αρκουδόπαιδο είναι ένα αγόρι που σε ηλικία δύο χρόνων χάθηκε στο δάσος. Εκεί το μεγάλωνε μία αρκούδα. Οι χωριανοί του ύστερα από μερικά χρόνια το ανακάλυψαν και για να το επιστρέψουν στους φυσικούς του γονείς σκότωσαν την αρκούδα που το υπερασπιζόταν με αυτοθυσία. Η βίαιη συμπεριφορά τους απέναντι στο ζώο τρομοκράτησε το παιδί που δραπέτευσε από το σπίτι του, για να ζήσει μακριά τους. Στην περιπλάνησή του το συνάντησε ένας βοσκός, ο οποίος με μεγάλη υπομονή του έμαθε να μιλά και να συμπεριφέρεται ανθρώπινα. Το παιδί μεγαλώνοντας διακρινόταν παντού για τη γενναιότητα, τη δύναμη, την εργατικότητα, την ευθύτητα, τον χαρακτήρα του. Ποτέ όμως δεν έπαψε να αισθάνεται ευγνωμοσύνη για τις αρκούδες. Κάποτε βρήκε τον τρόπο να τις βοηθήσει αποτελεσματικά».




Συνεχίζεται...